Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009

Aρθρο του Νίκου Δήμου
Οι άντρες είναι το ισχυρό φύλο και ζει επτά χρόνια λιγότερο από το ασθενές. Πολύ καταπίεση...Μια ζωή ενοχές. Από πιτσιρικάδες (Βαλε το φανελάκι σου μη κρυώσεις!!!Θες να με πεθάνεις;). Μεχρι τι στιγμή που πεθαίνεις (Γιατί με άφησες μόνη αντρα μου;).Ένοχοι όταν σας αγκαλιάζουμε (σας πνίγουμε). Όταν δεν σας αγκαλιάζουμε (αδιαφορούμε). Όταν αφήνουμε τη μαμά μας (εγώ που έδωσα τη ζωή μου για σένα!). Όταν δεν την αφήνουμε (μα επιτέλους, άντρας είσαι εσύ;). Όταν σας παντρευόμαστε (σου έδωσα τα καλύτερά μου χρόνια!) Οταν δεν σας παντρευόμαστε (το ίδιο με πριν, πιο δραματικά).Όταν σας πηδάμε (με πλάνεψες, με ζάλισες, με παρέσυρες!) Οταν δεν σας πηδάμε (κατάλαβα - δεν μπορείς!). Όταν είμαστε ευγενικοί (αδελφή είναι αυτός;) Οταν δεν είμαστε (τι αγροίκος!). Και όταν στο σεξ δεν έχουν οργασμό, ποιος φταίει; Καλά το καταλάβατε ο αντρας!!! Ένοχοι εμείς και για αυτό. Αποκλειστικά. (Δεν τα καταφέρνεις, χρυσέ μου!).Λένε ότι πίσω από κάθε μεγάλο άντρα υπάρχει μια γυναίκα. Ίσως. Οπωσδήποτε πίσω από κάθε νευρωτικό, μαμόθρεφτο, αναποφάσιστο, ευνουχισμένο, κακομοίρη άντρα υπάρχει ΣΙΓΟΥΡΑ μια γυναίκα. Ερευνα έχει αποδείξει πως το 85% των αποφάσεων της οικογένειας παίρνονται άμεσα ή έμμεσα από τις γυναίκες (κυρίως έμμεσα). Πολύ καταπίεση όμως... Και δε φτάνει που ζείτε επτά χρόνια περισσότερο από μας, είστε και προνομιούχες στον έρωτα. Οι γυναίκες είναι ικανές για απεριόριστο αριθμό οργασμών την ημέρα. Εμείς; Και το γέλιο είναι ότι όλη την ευθύνη για την ικανοποίησή τους την έχουμε εμείς!!! Έτσι αν η κυρία είναι ανοργασμικιά, είσαι υποχρεωμένος να δουλεύεις δύο ώρες σαν χαμάλης βάζοντας όλη σου την τέχνη και όταν στο τέλος δεν τελειώσει, βγαίνεις και ο μάλακας της υπόθεσης που δεν μπορεί να ικανοποιήσει μια γυναίκα. Και το τραγικότερο; Μια γυναίκα δεν είναι ποτέ ανίκανη. Ακόμα όμως και να νιώθει έτσι κανείς δεν πρόκειται να το καταλάβει. Ενώ εμάς αν δεν υπάρχει ...επαρση σημαίας δεν μπορούμε να το κρύψουμε με τίποτα. Λένε πως το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο είναι να κάνεις το κέφι σου και να σε πληρώνουν για αυτό. Υπάρχει πιο μεγάλο κέφι από τον έρωτα; Αλλά ποιον πληρώνουν για αυτό; Όχι βέβαια τους άντρες...(ελάχιστες εξαιρέσεις) Δύο πράγματα μισούσα στη ζωή μου. Το στρατιωτικό και την εργασία. Και μ' έπιανε ζάλη όταν σκεφτόμουν πως το "ασθενες" και ωραίο φύλο δεν έχει την υποχρέωση να κάνει ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Μια στατιστική αναφέρει πως οι γυναίκες απατούν τους άντρες σε μικρότερο ποσοστό (35% έναντι 48%). Μια άλλη στατιστική όμως λέει πως οι γυναίκες λένε ψέματα σε μεγαλύτερο ποσοστό (58% έναντι 22%). 'Aρα η πρώτη στατιστική είναι ψευδής κατά 58%. 'Aρα οι γυναίκες απατούν τους άντρες τους σε μεγαλύτερο ποσοστό. Δύο τελευταία πράγματα τελειώνοντας (γιατί όσο και να έχεις αμφιβολίες μωρό μου γίνεται και αυτό) Καθε μέρα πρέπει να ξυρίζομαι. Ενώ εσείς όχι. Ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί πρέπει να σου ανοίγω τις πόρτες και να κρατάω το παλτό σου όταν πηγαίνουμε κάπου βόλτα... Χέρια εσύ δεν έχεις;
τρόποι για να απορρίψεις ανεπιθύμητους άντρες!!

Αντρας: Κούκλα μου που ήσουν όλη τη ζωή μου;;;
Γυναίκα: Κρυβόμουν από εσένα...

Αντρας: Είμαι φωτογράφος. Ψάχνω για ένα πρόσωπο σαν και το δικό σου!
Γυναίκα: Είμαι πλαστική χειρουργός. Ψάχνω για ένα πρόσωπο σαν και το δικό σου.

Αντρας: Καλησπέρα. Δεν είχαμε βγει ραντεβού μια φορά; Ή μήπως δύο;
Γυναίκα: Μάλλον μία φορά. Δεν κάνω ποτέ το ίδιο λάθος δύο φορές

Αντρας: Θα ήθελες να βρεθούμε αυτό το Σάββατο;
Γυναίκα: Λυπάμαι. Θα έχω πονοκέφαλο αυτό το Σαββατοκύριακο

Αντρας: Βλέποντας το πρόσωπό σου, πρέπει να γυρίζουν πολλά κεφάλια!!
Γυναίκα: Και βλέποντας το δικό σου, πρέπει να γυρίζουν αρκετά στομάχια!

Αντρας: Έλα, μην είσαι ντροπαλή, ζήτα μου να βγούμε!
Γυναίκα: Βεβαίως, βγες έξω

Αντρας: Πιστεύω ότι θα μπορούσα να σε κάνω πολύ ευτυχισμένη.
Γυναίκα: Γιατί; Φεύγεις;

Αντρας: Τι θα απαντούσες αν σου ζητούσα να με παντρευτείς;
Γυναίκα: Τίποτα. Δεν μπορώ να μιλάω και να γελάω ταυτόχρονα.

Αντρας: Μπορώ να έχω το ονοματάκι σου;
Γυναίκα: Γιατί, δεν έχεις δικό σου;

Αντρας: Θέλεις να πάμε να δούμε μια ταινία;
Γυναίκα: Όχι, την έχω δει.

Αντρας: Νομίζω ότι κάπου σε έχω ξαναδεί!
Γυναίκα: Όντως. Γι' αυτό το λόγο δεν έχω ξαναπάει εκεί.

Αντρας: Η θέση δίπλα σου είναι άδεια;
Γυναίκα: Ναι, και θα είναι και η δικιά μου αν καθίσεις.

Αντρας: Το κορμί σου είναι σαν ναός!
Γυναίκα: Λυπάμαι, δεν έχω λειτουργία σήμερα.

Αντρας: Αν μπορούσα να σε δω γυμνή, θα μπορούσα να πεθάνω ευτυχισμένος.
Γυναίκα: Αν σε έβλεπα γυμνό, θα πέθαινα και εγώ.... από τα γέλια!
http://video.google.com/videosearch?hl=el&lr=lang_el&resnum=1&q=%CF%80%CE%B5%CE%B8%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CF%89+%CE%B3%CE%B9%CE%B1+%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%B1&um=1&ie=UTF-8&sa=X&oi=video_result_group&resnum=4&ct=title#

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009

http://www.youtube.com/watch?v=Uc_rAX6z9Yc


You do something to me, something deep inside
I'm hanging on the wire for a love I'll never find
You do something wonderful then chase it all away
Mixing my emotions that throws me back again
Hanging on the wire, I'm waiting for the change
I'm dancing through the fire, just to catch a flamean' feel real again
You do something to me somewhere deep inside
I'm hoping to get close to a peace I cannot find
Dancing through the fire just to catch a flame
Just to get close to, just close enough
To tell you that.....
You do something to me something deep inside.

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2008

«Ο Φορτίνο Σαμάνο καπνίζει και σκέφτεται …»

Όταν ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου αντίκρισε για πρώτη φορά αυτή την φωτογραφία, δημοσιευμένη ανάμεσα στις 5 κορυφαίες στιγμές του φωτορεπορτάζ, την θεώρησε απλά υπερτιμημένη: Ένας ξερακιανός τύπος, αλλοτινών καιρών, που κάπνιζε ανέμελα το τσιγάρο του.Τότε δεν φανταζόταν καν πως το όνομα αυτού του ανθρώπου θα κοσμούσε το εξώφυλλο της νέας δισκογραφικής του δουλειάς. Εξίσου ανυποψίαστοι προσήλθαν στην αρχή της εβδομάδας και πολλοί Ηρακλειώτες, που θέλησαν να παρακολουθήσουν την κοινή εμφάνιση του Διονύση Σαββόπουλου και του Θανάση Παπακωνσταντίνου στο Κηποθέατρο «Νίκος Καζαντζάκης». Ο τίτλος του CD τους, που κυκλοφόρησε στις αρχές του μήνα, είναι «Ο Σαμάνος» και μοιάζει αρχικά να παραπέμπει στον γητευτή εκείνων των παράδοξων δοξασιών, που ελπίζουν ακόμη στα μάγια και στα θαύματα.Αλλά αν πράγματι είναι έτσι, τότε ποιος είναι ο Φορτίνο Σαμάνο; Είναι ο άνθρωπος της φωτογραφίας και συνάμα ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα «αφηγηματικά» τραγούδια, που περιέχει το νέο μουσικό τους πόνημα.Ο βραζιλιάνος φωτογράφος Σαλγκάδο έβαλε χρόνια πριν τη λεζάντα στη φωτογραφία, γράφοντας: «Ο Φορτίνο Σαμάνο καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο πριν από την εκτέλεσή του. Βλέπουμε, σημείωνε ο Σαλγκάδο, έναν άνθρωπο σε ειρήνη με τον εαυτό του και με τον θάνατο». Ο εικονιζόμενος είναι ο Μεξικανός υπολοχαγός του Ζαπάτα, που εκτελέστηκε το 1917 από τον ομοσπονδιακό στρατό. Δευτερόλεπτα πριν την εκτέλεσή του ζήτησε ένα τσιγάρο και πόζαρε ακουμπισμένος σε ένα πέτρινο τοίχο, χαμογελώντας άφοβα στο φακό του Agustin Victor-Casasola. Στάση τόσο παράδοξα γενναία για έναν άνθρωπο, που έχει απέναντι του τον εκτελεστή του !!!Οι στίχοι του ομώνυμου τραγουδιού (εδώ το κατεβάζουμε, είπαμε) που σκάρωσε ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου μοιάζουν με σύντομο θεατρικό σκετσάκι σε τρεις πράξεις και με τρεις διαφορετικούς αφηγητές: τον ίδιο τον Σαμάνο, τον εκτελεστή και .. το τσιγάρο του.
Ο Φορτίνο Σαμάνοκαπνίζει και σκέφτεται:Είμαι ό,τι δεν έζησα,είμαι η βροχή που θα 'ρθεινα δροσίσει άγνωστωνγυναικών το κορμί.
«Όταν διάβασα τη λεζάντα της φωτογραφίας, λέει ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ανατρίχιασα. Η στάση του Φορτίνο Σαμάνο δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα. Ίσως γι’ αυτό με συγκίνησε. Οι τωρινοί άνθρωποι, με τη συμβολή της τηλεόρασης, έχουμε υποστεί δύο σημαντικές ήττες: Από τη μια, έχουμε εθιστεί στον πόνο και στον θάνατο των άλλων –μέχρι και ζωντανή αναμετάδοση πολέμων έχουμε παρακολουθήσει– και από την άλλη, ακριβώς επειδή νομίζουμε ότι είμαστε πάντα στη θέση του θεατή, όταν χτυπήσει την πόρτα μας κάποια συμφορά ή ο ίδιος ο θάνατος ξαφνιαζόμαστε και τρομάζουμε».Ο στρατιώτης με τ' όπλοσημαδεύει και σκέφτεται:Με μια κίνηση απλήθα του κλέψω ό,τι έχει ζήσει.Είμ' ένας μικρός θεός,είμ' ένα στοιχειό.
Στο τραγούδι οι φωνές των δύο τραγουδοποιών συναντιώνται για να φτιάξουν μία μουσική μυσταγωγία. Η γενικότερη όμως έκπληξη αυτής της δουλειάς δεν είναι πως οι δύο τους απλά επέλεξαν να ανέβουν στη σκηνή μαζί. Είναι –μάλλον- πως ο Διονύσης Σαββόπουλος για πρώτη φορά επέλεξε το ρόλο του βασικού ερμηνευτή στο δίσκο ενός άλλου δημιουργού. Η φωνή του έντυσε τα τραγούδια του Θανάση Παπακωνσταντίνου τόσο ταιριαστά, που δύσκολα αναγνωρίζεις πια ποιό ανήκει σε ποιόν. Αλλά ο «Σαμάνος» ανήκει και στους δύο αναμφίβολα. Κι η αφήγηση του τσιγάρου του στο τρίτο μέρος του τραγουδιού είναι ακόμη πιο καταλυτική:
Το τελευταίο τσιγάροκι εκείνο σκέφτεται:Θα γίνω γέλιο να κρυφτώσε παιδιά που ξεφαντώνουνΟ καιρός θα χάνεταιώσπου κάποιο απ' αυτάθα φωνάξει "λιμπερτά".Κι όπως θα κοιτάει τις κάνεςθα βρεθώ στα χείλη τουσαν τσιγάρο ξανά.
Πόσο γοητευτικό μοιάζει να αφηγούνται τα τραγούδια ξεχασμένες ή μισοκρυμμένες ιστορίες!!! Τόσο ο Σαββόπουλος, όσο κι ο Παπακωνσταντίνου έχουν δίκαια «κατηγορηθεί» για αποτύπωση της εποχής στις ρύμες και τις μουσικές τους. Στη σκηνή μαζί φτιάχνουν ένα «τοπίο μαγικό». Άλλοτε με ένταση κι άλλοτε ψιθυριστά, σου θυμίζουν πως είναι κι οι δύο άνθρωποι που «ήρθαν από μακριά» κι αυτό το εισπράττεις κάθε φορά που σου κουβαλούν τα τραγούδια τους. Ιδιαίτερα ο Διονύσης Σαββόπουλος, που εξακολουθεί να είναι από τις πιο δυσερμήνευτες και παθιασμένες σχέσεις, που ανέπτυξε η σύγχρονη Ελλάδα με τους τραγουδοποιούς της. Ίσως επειδή υπήρξε για καιρό το τελευταίο καταφύγιο ενός ασυμβίβαστου ρομαντισμού, που οι περισσότεροι περιφέραμε εν κρυπτώ.

Το μονόγραμμα :http://www.dailymotion.com/video/x3zwem_monogramma_creation

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,μόνος,στόν Παράδεισο

Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος

Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα

Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.

ΙΙ.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν

Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα μιά στή μουσική
Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο

Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω απότούς καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ

Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο μέ τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά
Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.

ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε
Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα
Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι

Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς
Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,ν’ακούς Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα-- ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίωνβγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς
Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

V.

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό
Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει

Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα

Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι
Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά
Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης
Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή
Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια
Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.

VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά τής θάλασσας
Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί
Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !
Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζ
ίΓιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !

VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα
Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.


Οδυσσέας Ελύτης <<ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ>>

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2008

kales giortes na perasete

oi epy8imies sas eyxes moy

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

ΘΕΛΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ!ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΜΑΣ
Δεν είμαστε τρομοκράτες, “κουκουλοφόροι”, “γνωστοί-άγνωστοι”ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΑΣ!
Αυτοί, οι γνωστοί-άγνωστοι….
Κάνουμε όνειρα -μη σκοτώνετε τα όνειρά μας!Έχουμε ορμή - μη σταματάτε την ορμή μας.ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ!
Κάποτε ήσασταν νέοι κι εσείς.Τώρα κυνηγάτε το χρήμα, νοιάζεστε μόνογια τη “βιτρίνα”, παχύνατε, καραφλιάσατε,ΞΕΧΑΣΑΤΕ!
Περιμέναμε να μας υποστηρίξετε,Περιμέναμε να ενδιαφερθείτε,να μας κάνετε μια φορά κι εσείς περήφανους.ΜΑΤΑΙΑ!
Ζείτε ψεύτικες ζωές, έχετε σκύψει το κεφάλι,έχετε κατεβάσει τα παντελόνια και περιμένετετη μέρα που θα πεθάνετε.Δε φαντάζεστε, δεν ερωτεύεστεδεν δημιουργείτε!Μόνο πουλάτε κι αγοράζετε.ΥΛΗ ΠΑΝΤΟΥΑΓΑΠΗ ΠΟΥΘΕΝΑ – ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥΘΕΝΑ
Που είναι οι γονείς; Που είναι οι καλλιτέχνες;Γιατί δε βγαίνουν έξω να μας προστατέψουν;ΜΑΣ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ!ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΜΑΣ
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Υ.Γ.: Μη μας ρίχνετε άλλα δακρυγόναΕΜΕΙΣκλαίμε κι από μόνοι μας.

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008